Οι Θεοί της Μόντεργιορντ – Μέρος 52: Μόρκερ – Πειρατής Θεός
Το Ιερό Βιβλίο του Άγνωστου Βάρδου
Γράφει ο Αλέξανδρος Λειβαδιώτης
Όταν η Νάιρα, βλέποντας τους Μεγάλους Γηραιούς να αλληλοσκοτώνονται και τους απογόνους τους να χάνουν τις δυνάμεις τους, έφερε στον κόσμο τον Ίλουρ, τον Θεό του Φωτός, για να αλλάξει τη μοίρα της Μόντεργιορντ. Μόλις άνοιξε τα μάτια του ανυψώθηκε στον ουρανό, λες και το ίδιο το φως τον τραβούσε κοντά του. Το κορμί του έλαμψε σαν νεογέννητος ήλιος και η παρουσία του έλουσε τη γη με το Ιερό Φως, καίγοντας το σκοτάδι και χαρίζοντας ελπίδα στους θνητούς. Δεν ήταν, όμως, ο μόνος που γεννήθηκε εκείνη τη μέρα.

Αν και δεν ακολούθησε τα βήματά του, μέσα από τη θεϊκή μήτρα βγήκε κι ο δίδυμος αδελφός του, ο Μόρκερ. Μα όταν άνοιξε τα μάτια του αντίκρισε μόνο εκτυφλωτική λάμψη. Το Ιερό Φως τον τρόμαξε. Το ένιωσε σαν απειλή, σαν φωτιά που έκαιγε την ύπαρξή του. Η ελπίδα που χάριζε ο Ίλουρ, για εκείνον ήταν τρόμος. Ούρλιαξε, έκλεισε τα μάτια και σύρθηκε μακριά, βαθιά μέσα στα έγκατα της γης, εκεί όπου το φως δεν μπορούσε να τον αγγίξει. Και μέσα στο σκοτάδι μεγάλωσε.
Περιπλανήθηκε μόνος του σε σπηλιές χωρίς τέλος, σε υπόγειες θάλασσες και αβύσσους, μακριά από τον αδελφό και τη μητέρα του, ώσπου έφτασε στον καταραμένο ωκεανό Άβγκρουντχαβ. Εκεί, με τη πάροδο του χρόνου, η μοναξιά μετατράπηκε σε πίκρα και η πίκρα σε φθόνο. Ο Μόρκερ ένιωθε πως είχε γεννηθεί ίσος με τον αδελφό του, κι όμως ο κόσμος λάτρευε μόνο το φως. Κάθε προσευχή προς τον Ίλουρ, κάθε ναός που υψωνόταν στο όνομά του, κάθε βασίλειο που έταζε πίστη στον Θεό του Ήλιου, έσφιγγε σαν θηλιά γύρω από την καρδιά του Σκοτεινού Θεού. Και έτσι, πνιγμένος στην ζοφερή του πραγματικότητα, ορκίστηκε πως μια μέρα, το φως θα πνιγόταν στο σκοτάδι. Ο ήλιος θα μάθαινε να φοβάται τη θάλασσα.
Ο Μόρκερ ανέβηκε ξανά στην επιφάνεια, έλκοντας άθελά του ψυχές που έμοιαζαν με τη δική του. Βρέθηκε καταμεσής της Βίλντχαβ θάλασσας, έναν τόπο άγριο, όπου τα κύματα δεν υπάκουαν σε κανέναν νόμο και οι άνεμοι κουβαλούσαν κραυγές χαμένων ναυτικών. Κι εκεί είδε την πρώτη του αποκάλυψη.
Δύο πειρατικές γαλέρες, πληγωμένες μα αγέρωχες, είχαν περικυκλωθεί από τον βασιλικό στόλο του Μόγκενς Γκόρντορενς, του ενός από τους δύο γιους που άφησε πίσω του ο Αλαζόνας Βασιλιάς και πλέον διεκδικούσαν το δικό τους μερίδιο στο βασίλειο. Τα λάβαρα του Ίλουρ κυμάτιζαν πάνω από τα πλοία. Οι πειρατές γνώριζαν πως δεν υπήρχε διαφυγή. Κι όμως, δεν έπεσαν στα γόνατα. Δεν ζήτησαν έλεος. Δεν παράτησαν τα όπλα τους. Προτίμησαν να σηκώσουν τα σπαθιά τους και να πεθάνουν ελεύθεροι, παρά να αλυσοδεθούν στο όνομα του Φωτός. Κι αυτό ήταν κάτι που άγγιξε τη ζοφερή ψυχή του Μόρκερ.
Είδε στους πειρατές τον εαυτό του. Είχαν εξοριστεί, είχαν κυνηγηθεί, μα παρέμεναν ανυπότακτοι, ελεύθεροι. Ενώ στο βασιλικό στόλο αντίκρυσε το πρόσωπο του αδελφού του. Και τότε, για πρώτη φορά από τη γέννησή του, ο Σκοτεινός Θεός βγήκε από την αφάνεια.
Ο ουρανός μαύρισε από σύννεφα. Ο άνεμος ούρλιαξε σαν πληγωμένο θηρίο. Η θάλασσα αντάριασε αποκτώντας το χρώμα του θανάτου.
Μέσα από τη θύελλα εμφανίστηκε ο Μόρκερ, μια σκιά με μορφή θεού, κρατώντας τη Γιάμερ, την τρομερή τρίαινα, σφυρηλατημένη από το μίσος του στα αβυσσαλέα βάθη του ωκεανού. Με μια κίνηση, τα κύματα κατάπιαν τα βασιλικά πλοία. Τα λάβαρα του Ίλουρ χάθηκαν στο νερό και οι κραυγές των πιστών του πνίγηκαν κάτω από αφρισμένα κύματα. Από την άλλη οι πειρατές παρέμειναν αλώβητοι, σαστισμένοι από το θέαμα. Για λίγο επικράτησε νεκρική σιγή, μόλις η θάλασσα ηρέμησε και οι φωνές σώπασαν, ώσπου ξέσπασαν σε πολεμικές ιαχές. Γιόρταζαν και επευφημούσαν τον νέο Θεό των Μελανών Νήσων. Τον Πειρατή Θεό.
Από τότε πολλοί πειρατές υποστηρίζουν πως τον έχουν δει. Σπάνια μιλά. Στέκει σαν σκιά πάνω από τα κύματα, με τη Γιάμερ στο χέρι, και παρακολουθεί. Και κάθε φορά που ο ήλιος δύει στη θάλασσα, ο Μόρκερ χαμογελά. Γιατί γνωρίζει πως όσο υπάρχει φως, θα υπάρχει και σκιά για να το καταπιεί.

O Μόρκερ παρουσιάζεται σαν σκιά, η οποία πάντα κρατά την τρομερή Γιάμερ, την τρίαινα του.
Αποκαλείται Σκοτεινός θεός, Πειρατής θεός.
Δόγμα
Ο Μόρκερ δεν ζητά να τον λατρεύουν από φόβο, αλλά από μίσος. Οι διδαχές του υποστηρίζουν πως ο κόσμος δεν ανήκει στους δίκαιους, αλλά στους τολμηρούς. Πως ό,τι μπορείς να αρπάξεις με τη βία, είναι δικό σου με θεϊκό δικαίωμα. Πως η εκδίκηση δεν είναι αμαρτία, αλλά καθήκον. Ειδάλλως είσαι καταδικασμένος να γίνει ένα με τα ανίερα ύδατα του Άβγκρουντχαβ ωκεανού.
Ιερείς και Ναοί
Οι κληρικοί του φορούν μαύρους χιτώνες και θώρακες σαν σκελετούς, για να θυμίζουν πως ο θάνατος ταξιδεύει μαζί τους. Τα πρόσωπά τους καλύπτονται από μάσκες φτιαγμένες από κρανία κληρικών του Ίλουρ, όχι μόνο ως τρόπαια, αλλά ως ιερό μήνυμα πως το φως μπορεί να σβήσει.
Οι ναοί του είναι άντρο πειρατών, εξόριστων και βλάσφημων. Υψώνονται σαν ξύλινα φρούρια, σαν πολεμικά πλοία που ρίζωσαν στη γη. Στο κέντρο τους δεσπόζει πάντα ένα πηγάδι με θαλασσινό νερό, μαύρο και βαθύ, όπου οι πιστοί ρίχνουν μέρος από τα λάφυρά τους, μαζί με αίμα και όρκους.

Γνωρίζοντας τον Πειρατή Θεό, τον Μόρκερ, γυρίζουμε την τελευταία σελίδα του βιβλίου “Το Ιερό Βιβλίο του Άγνωστου Βάρδου”, ολοκληρώνοντας αυτό το επικό ταξίδι στις θρησκείες της Μόντεργιορντ. Στο μέλλον το συγκεκριμένο βιβλίο θα κυκλοφορίσει σε έντυπη μορφή με ένα επιπλέον κεφάλαιο που θα εξιστορεί τα γεγονότα της Σβάρνταγκ, την Μαύρης Μέρας. Φυσικά οι ai εικόνες θα αντικατασταθούν με εικόνες σχεδιασμένες από τον επίτιμο σχεδιαστή του Fantasy Wanderer, John Kapsalis.
Σε ευχαριστώ ταξιδευτή που με συντρόφευσες σε αυτή τη μαγική περιπλάνηση…
Αν θες να ταξιδέψεις κι εσύ στην πανέμορφη Χώρα του ποταμού Έαρμαρκ, τον κόσμο του συγγραφέα Αλέξανδρου Λειβαδιώτη, προμηθεύσου ένα από τα βιβλία/εισητήρια και ξεκίνα τις περιπλανήσεις σου.
No Comments
Sorry, the comment form is closed at this time.