Οι Θεοί της Μόντεργιορντ – Μέρος 48: Μόρκενλατ – Τυφλός Γέροντας
Το Ιερό Βιβλίο του Άγνωστου Βάρδου
Γράφει ο Αλέξανδρος Λειβαδιώτης
Την εποχή της Μεγάλης Καταστροφής, όταν οι ουρανοί είχαν σκεπαστεί από μαύρα σύννεφα και η γη σείονταν από το βάρος των δαιμονικών στρατών της Ντόντεν, ο Μόρκενλατ στεκόταν στην πρώτη γραμμή της υπεράσπισης, στη μεσαία γέφυρα. Ήταν κληρικός του Κρίγκερ, του Δρακοθεού του Πολέμου, και το όνομά του ψιθυριζόταν σαν προμήνυμα θανάτου ανάμεσα στις εχθρικές ορδές. Κάθε χτύπημα του σπαθιού του ήταν αφιερωμένη στο όνομα του θεού του, κάθε κραυγή του έμοιαζε με πολεμικό κάλεσμα που άναβε τη φωτιά στις ψυχές των πολεμιστών.
Για χρόνια είχε μάθει να ζει δίπλα στον θάνατο, να αντιμετωπίζει χωρίς φόβο κάθε κίνδυνο. Ο Κρίγκερ τού είχε μάθει πως ο ένδοξος θάνατος ήταν η ύψιστη τιμή και πως η υποχώρηση ήταν ατιμία χειρότερη κι από προδοσία. Και ο Μόρκενλατ, με φανατική πίστη, είχε ενσωματώσει αυτές τις αρχές στην καρδιά του.

Όταν όμως οι Δρακοθεοί έσβησαν μαζί με τις δυνάμεις τους, κάτι μέσα του ράγισε. Στην αρχή πίστεψε πως ήταν μια δοκιμασία, μια πρόκληση που θα ξεχώριζε τους αληθινούς πιστούς από τους αδύναμους. Έτσι, με ακόμη μεγαλύτερη μανία, όρμησε στις δαιμονικές στρατιές, ουρλιάζοντας το όνομα του Κρίγκερ. Αλλά η φωτιά που έκαιγε πάντα μέσα του άρχισε να τρεμοπαίζει. Οι δυνάμεις του λιγόστευαν. Η ψυχή του γέμισε για πρώτη φορά με ένα συναίσθημα που πάντα πίστευε ότι δεν θα δοκίμαζε ποτέ: αμφιβολία.
Χτυπημένος από λεπίδες, νύχια και δόντια δαιμόνων, ένιωσε το σώμα του να προδίδει την πίστη του. Έπεσε στα γόνατα, καθώς το αίμα του πότιζε τη λάσπη, και κοίταξε προς τον ουρανό ουρλιάζοντας «Γιατί;».
Δεν ένιωθε την παρουσία του θεού του. Το πεδίο της μάχης γύρω του έμοιαζε να τον καταπίνει. Ένιωσε να πεθαίνει μόνος, προδομένος. Η καρδιά του γέμισε θυμό. Καταράστηκε τον Κρίγκερ που τον δίδαξε να μην υποχωρεί ποτέ, αλλά τώρα τον είχε αφήσει να χαθεί μέσα στο σκοτάδι χωρίς καμία θεϊκή προστασία. Τώρα που τον είχε ανάγκη είχε εξαφανιστεί.
Και τότε, μέσα στην απόλυτη απόγνωση, η γη άρχισε να τρέμει. Ένα εκτυφλωτικό φως έσκισε τα μαύρα σύννεφα, σα χρυσή λόγχη, σκεπάζοντας το πεδίο της μάχης. Οι δαίμονες ούρλιαξαν, ενώ το φως τούς έκαιγε σαν πραγματική φωτιά. Ο Μόρκενλατ προσπάθησε να σηκώσει το κεφάλι του, αλλά η λάμψη ήταν τόσο έντονη, που έχασε την όραση. Μα δε βυθίστηκε στο σκοτάδι. Προς τεράστια έκπληξή του, συνέχιζε να βλέπει. Όχι τον κόσμο των θνητών, όχι το χώμα, το αίμα και τα ερείπια. Αλλά έναν άλλο κόσμο. Έναν κόσμο λουσμένο στο καθαρό, άφθαρτο φως του νεογέννητου Θεού Ίλουρ. Έναν κόσμο όπου το σκοτάδι δεν είχε θέση, όπου κάθε σκιά εξαφανιζόταν προτού καν σχηματιστεί.
Η ψυχή του, καταρρακωμένη από την αμφιβολία, βρήκε σε αυτό το φως την πρώτη αληθινή γαλήνη που είχε νιώσει στη ζωή του. Γονάτισε στο νοητό έδαφος και έδωσε έναν ιερό όρκο.
«Αν ζήσω, θα γίνω ο αγγελιοφόρος σου. Θα μεταφέρω τον Λόγο σου στα πέρατα του κόσμου».
Λίγες μέρες αργότερα, ξύπνησε στο πεδίο της μάχης. Το σώμα του ήταν καλυμμένο από πληγές, αλλά ζωντανός. Δεν έβλεπε τίποτα πια από τον κόσμο γύρω του. Η θνητή του όραση είχε χαθεί. Το μόνο που μπορούσε να δει ήταν το φως του Ίλουρ. Ψαχούλεψε στο έδαφος, βρήκε ένα ξύλο για μπαστούνι και στάθηκε όρθιος. Κι έτσι ξεκίνησε το μακρύ ταξίδι του.
Περιπλανήθηκε σε όλα τα βασίλεια της Χώρας του Ποταμού Έαρμαρκ. Στις αυλές των βασιλιάδων, στις φτωχογειτονιές, στα χωριά, στους ναούς άλλων θεών. Παντού κήρυττε τον Λόγο του Ίλουρ. Όλα όσα είχε δει μέσα στο Ιερό Φως.
Πολλοί τον αποκαλούσαν τρελό. Άλλοι γελούσαν μαζί του επειδή ήταν τυφλός. Εκείνος όμως χαμογελούσε.
«Δεν χρειάζονται μάτια για να δει κανείς τον δρόμο του φωτός» απαντούσε καλοσυνάτα.
Όπου έβρισκε σκλάβους, μιλούσε στους αφέντες τους. Τους εξηγούσε με λόγο τόσο πειστικό, δώρο του Ίλουρ από την ημέρα που “είδε” το φως, πως κανένα ον δεν πρέπει να γεννιέται ή να πεθαίνει υπόδουλο. Και συχνά έβλεπε τα δεσμά να πέφτουν στο χώμα, όχι από φόβο, αλλά από ντροπή και πραγματική μετάνοια.
Έζησε φτωχικά, ζητώντας φιλοξενία από καλόκαρδους ανθρώπους, μοιράζοντας τις γνώσεις του Βιβλίου του Φωτός, που έγραφε ο ίδιος στη μνήμη του θεϊκού οράματος. Αρνιόταν την πολυτέλεια, αρνιόταν την εξουσία, αρνιόταν τον πόλεμο. Ήταν ο πρώτος πραγματικός ιεροκήρυκας του Ίλουρ.
Και όταν τελείωσε το κήρυγμά του στο τελευταίο βασίλειο της χώρας, ένιωσε την ανάσα του να γίνεται πιο βαριά. Το σώμα του, που είχε αντέξει πέρα από τα όρια των θνητών, άρχισε να αποδυναμώνεται. Κατάλαβε πως είχε φτάσει η στιγμή.
Ξάπλωσε σε έναν λόφο, κάτω από τον ήλιο. Ακούμπησε στο στήθος του το Βιβλίο του Φωτός και έκλεισε τα μάτια.
«Σε υπηρέτησα όσο άντεξα» ψιθύρισε. «Τώρα, πάρε το πνεύμα μου στο πλάι σου, στη Σόλχους».
Και τότε, χωρίς πόνο, χωρίς φόβο, η ψυχή του εγκατέλειψε το σώμα του και ανυψώθηκε για να συναντήσει τον Ίλουρ. Εκεί τον περίμεναν οι άλλοι Πρωτόπιστοι και ο Φωτεινός Θεός τον καλωσόρισε στο πλευρό του.

Ο Μόρκενλατ παρουσιάζεται σαν τυφλός γέροντας με μάτια που ακτινοβολούν το Ιερό Φως. Κρατά στα χέρια του το Βιβλίο του Φωτός, το οποίο λέγεται ότι περιέχει τόσο τον λόγο του θεού όσο και τις διδασκαλίες του ίδιου.
Αποκαλείται Τυφλός Γέροντας, Περιπλανώμενος του Φωτός και Απελευθερωτής του Φωτός.
Δόγμα
Οι ακόλουθοί του ζουν όπως εκείνος, ως φτωχοί περιπλανητές που κηρύσσουν τον Λόγο του Ίλουρ. Πιστεύουν πως κάθε θνητό ον γεννιέται ελεύθερο και πρέπει να ζει απαλλαγμένο από δεσμά, κάτω από το Ιερό Φως. Αντιδρούν σε κάθε αδικία, μα πάντα με τον Λόγο, καθώς θεωρούν πως έχει τη δύναμη να αλλάζει τις καρδιές των θνητών.
Ιερείς και Ναοί
Οι κληρικοί του Μόρκενλατ είναι ντυμένοι με φτωχικά ρούχα, έχοντας πάντα μαζί τους το Βιβλίο του Φωτός. Είναι φιλόξενοι, ενώ ζητάνε την φιλοξενία άλλων, όταν περιπλανιούνται, καθώς αποποιούνται το χρήμα και τις ανέσεις. Είναι πάντα πρόθυμοι να μιλήσουν για τον θεό τους, ακόμα και σε άτομα που άλλοι θα τα εγκατέλειπαν στα χέρια του θεού. Οι ναοί τους είναι απομονωμένα μοναστήρια σε δύσβατα μέρη, όπου οι μοναχοί τους ζούνε από τα αγαθά τις γης και τις προσφορές των πιστών.

Αφήνουμε πίσω μας τον Τυφλό Γέροντα, τον Μόρκενλατ, και γυρίζουμε μία ακόμα σελίδα του βιβλίου “Το Ιερό Βιβλίο του Άγνωστου Βάρδου”. Την επόμενη φορά θα γνωρίσουμε τον Άψυχο Πολεμιστή, τον Βίλσεσαλ…
Αν θες να ταξιδέψεις κι εσύ στην πανέμορφη Χώρα του ποταμού Έαρμαρκ, τον κόσμο του συγγραφέα Αλέξανδρου Λειβαδιώτη, προμηθεύσου ένα από τα βιβλία/εισητήρια και ξεκίνα τις περιπλανήσεις σου.
No Comments
Sorry, the comment form is closed at this time.